|
Χαιρετισμός του καθηγητή του Παντείου πανεπιστημίου κ. Θανάση Διαμαντόπουλου
18 Οκτωβρίου 2008
Κυρίες και κύριοι,
Ειλικρινά και βαθιά λυπάμαι για την αδυναμία αυτοπρόσωπης παρουσίας μου λόγω ανειλημμένης υποχρέωσης εκτός Αθηνών.
Όταν, πριν από λίγα χρόνια, η Φιλελεύθερη Συμμαχία εμφανίστηκε με ένα εξαιρετικά επιθετικό ιδεολογικό μανιφέστο στα πολιτικά πράγματα του τόπου, χαιρέτησα την εμφάνισή της με ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Βήμα («Επί δικτατορίας, πάσσαλος πασσάλω;»), όπου δεν υποβάθμιζα τις υπερβολές, τις αμετροέπειες, το ανεφάρμοστο τέλος –ή, έστω, τους κινδύνους που θα προέκυπταν από την ενδεχόμενη εφαρμογή- μιας τέτοιας ιδεολογικής διακήρυξης. Υποστήριζα και υποστηρίζω ακόμη ότι, παραδοσιακά, φιλοσοφική ουσία του Φιλελευθερισμού είναι η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, της ατομικότητας, της πνευματικής δημιουργικότητας, των παραγωγικών δυνατοτήτων του κάθε ατόμου, κάτι που σημαίνει όχι δογματική απόρριψη κάθε κοινωνικού ρόλου του κράτους –δεν χρειαζόμαστε, απέναντι στο δογματισμό των κρατιστών έναν άλλο δογματισμό με ανεστραμμένο πρόσημο- αλλά αξιοποίηση της λελογισμένης κρατικής παρέμβασης στο όριο εκείνο που δεν παρεμποδίζει αλλά αντιθέτως προωθεί την ανάπτυξη της ατομικότητας του κάθε ανθρώπου. (Κάτι που προϋποθέτει ότι το κράτος παραμένει μέσο στην υπηρεσία της κοινωνίας και δε μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, όπως κατεξοχήν έχει συμβεί στον τόπο μας). Εστίαζα ωστόσο, τότε, στην επισήμανση ότι το συγκεκριμένο κείμενο δεν θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως ιδεολογική πλατφόρμα μιας κυβερνητικής πρότασης αλλά ως πράξη αντίστασης σε μια πραγματικότητα που δεν διαφέρει πολύ απ’ ό,τι θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί ως κοινωνιολογική δικτατορία, ως ένα πολιτικό σύστημα δηλαδή που εγγυάται τη στυγνή εκμετάλλευση, μέσω μεταφοράς υπεραξίας, ενός κοινωνικού υποκειμένου από ένα άλλο.
Εχω την αίσθηση ότι τα χρόνια που έκτοτε διέρρευσαν, ιδίως δε η σημερινή κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, που διεθνώς καταβάλλεται προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ή να χειραγωγηθεί μέσω πρωτόγνωρα βίαιων κρατικοπαρεμβατικών μεθόδων, επιβεβαιώνει τη συγκεκριμένη αντίληψη για το ποιο πρέπει να είναι το διακύβευμα και το βασικό πολιτικό πρόταγμα για τους –έλληνες ιδιαίτερα- φιλελεύθερους. Το ζήτημα δεν είναι, ίσως, η δογματική απαξίωση οποιασδήποτε λειτουργίας, κοινωνικής, ρυθμιστικής ή διορθωτικής παρέμβασης του κράτους, αλλά το γεγονός πως η ελληνική κοινωνία έχει διαιρεθεί κάθετα σε δύο υποσύνολα, εκ των οποίων το ένα –χωρίς ουσιαστικά να διαθέτει σήμερα πολιτική έκφραση ή κομματικό εκφραστή των συμφερόντων του- μέσα σε απίστευτα δυσμενείς συνθήκες παράγει κοινωνικό προϊόν, το δε άλλο το καρπούται με απέραντη απληστία: Οι ελευθεροεπαγγελματίες επιχειρούν μέσα σε καθεστώς διωγμού και οιονεί τρομοκρατίας, οι δε μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα –σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτα και ως συνέπεια των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η μικρή ιδιαίτερα ιδιωτική επιχείρηση- συχνά αντιμετωπίζουν εργασιακές συνθήκες μεσαίωνα, ενώ αντίθετα οι μακάριοι και ασφαλείς κρατικοδίαιτοι, μονίμως παραπονούμενοι, υποαπασχολούμενοι, συχνά υπεραμειβόμενοι σε σχέση με την προσφορά έργου και όχι σπάνια εκβιάζοντας την κοινωνία ή περιάγοντάς την σε κατάσταση ομηρίας, επωφελούνται του μόχθου όσων γεμίζουν τον κρατικό κορβανά. Το ερώτημα είναι λοιπόν: έχει κανείς συγκρίνει τις εργασιακές συνθήκες και τα ωράρια των μεν και των δε; Τι χαμένες εργατοώρες υπάρχουν στους δύο κλάδους λόγω «ασθενείας» ή «κωλύματος προσέλευσης» (με τον ιό της Δευτέρας να κάνει θραύση στους κρατικοδίαιτους) κ.λπ.; Τι ποσοστό κυήσεων χαρακτηρίζονται ως «επαπειλούμενες» ένθεν κακείθεν; Πόσος είναι ο χρόνος της άδειας λοχείας στις δύο περιπτώσεις; Πόσες οι μη αμειβόμενες υπερωρίες των μεν και οι εικονικές υπερωρίες ή τα απίστευτα επιδόματα των άλλων; Πόση είναι η φορολογική δίωξη των ανθρώπων της ελεύθερης αγοράς (με την κατάργηση του αφορολόγητου και τις ισοπεδωτικές αναδρομικές ρυθμίσεις να τιμωρούν επιπρόσθετα τους εντιμότερους ή τους αφελέστερους, ενισχύοντας βέβαια τη διάθεση και τη συνείδηση φοροδιαφυγής ως στοιχειώδες αμυντικό αντανακλαστικό); Αυτό την ώρα που υπάρχει επίσημη φοροαπαλλαγή των παράλληλων δραστηριοτήτων των ΔΥ (πχ των ιδιαίτερων μαθημάτων των καθηγητών δημοσίου, των πρόσθετων «αμοιβών ευγνωμοσύνης» των γιατρών του ΕΣΥ, της ιδιωτικής προστασίας που παρέχουν οι αστυνομικοί, των εργασιών των τεχνικών της πολεμικής αεροπορίας ακόμη και ως ψυκτικών κ.λπ.); Και πρόβαλε ποτέ κανείς την ανάγκη –αντί της υποκριτικής αγνόησης αυτών των παράλληλων αμοιβών και στο μέτρο που δεν υπάρχει ούτε δυνατότητα ούτε βούληση πάταξής τους- να βρεθεί μια μορφή νομιμοποίησης και φορολόγησής τους, όπως πχ συμβαίνει με τα ιδιωτικά ιατρεία των στρατιωτικών γιατρών, ώστε να περιοριστεί η φορολογική επιβάρυνση των αποκλειστικά αγοροδίαιτων και να τονωθεί έτσι ο παραγωγικός δυναμισμός της οικονομίας;
Μήπως λοιπόν, χωρίς τις υπερβολές που εκμηδενίζουν τον κοινωνικό -ή και τον παραγωγικό, με την έννοια της διαμόρφωσης κάποιων προϋποθέσεων- ρόλο του κράτους, η πρώτη στόχευση των ελλήνων φιλελεύθερων θα έπρεπε να είναι η αντίσταση στην υπερβολική διόγκωση, τον ανορθολογισμό, την υποκρισία και κυρίως την αυτοεξυπηρέτηση του κράτους. Που από μέσο για την εξυπηρέτηση κοινωνικών σκοπών έχει γίνει αυτοσκοπός και υπηρέτης πρωτίστως των εσωτερικών του λειτουργιών, αλλά και των λειτουργών του; Με στόχο βέβαια όχι την πλήρη κατάργηση των όποιων κεκτημένων, αλλά τον ισομερισμό τους και προς όσους είναι πλήρως στερημένοι αυτών!
Ευχαριστώ πολύ
|